~Όταν ο άνδρας σχεδιαστής θεωρείται καλλιτέχνης και η γυναίκα «εμπορική»: μια συζήτηση για τη μόδα, το βλέμμα της κοινωνίας και τη σχέση εξουσίας πάνω στο γυναικείο σώμα.
Η Maria Papagregoriou έθεσε ένα ερώτημα που αξίζει να σταθεί κανείς λίγο παραπάνω:
Είμαστε πιο αυστηροί με τις γυναίκες σχεδιάστριες μόδας;
Τη Μαρία την παρακολουθώ χρόνια. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν μιλούν απλώς για τη μόδα· τη σκέφτονται. Και όταν κάποιος θέτει ένα ερώτημα με καθαρότητα σκέψης, αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος. Δημιουργεί ουσιαστική επίδραση.
Και έτσι το ερώτημά της, έγινε και δικό μου, με προβλημάτισε.
Η αφορμή, για εμένα, ήταν η πορεία της Maria Grazia Chiuri (την οποία έχω λόγους να εκτιμώ αλλά δεν τοποθετώ στους αγαπημένους μου και κακώς ίσως δεν την είχα στη λίστα με τους επιδραστικους σχεδιαστές) στον οίκο Dior. Από τότε που ανέλαβε το δημιουργικό τιμόνι του οίκου, τα έσοδα αυξήθηκαν εντυπωσιακά. Σε λίγα χρόνια ο οίκος πολλαπλασίασε τις πωλήσεις του.
Κι όμως, συχνά η συζήτηση γύρω από το έργο της συνοδεύεται από έναν χαρακτηρισμό που μοιάζει να έχει υποτιμητικό τόνο: «εμπορική».
Εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον.
Γιατί όταν ένας άνδρας σχεδιαστής δημιουργεί ένα ισχυρό εμπορικό σύστημα γύρω από τη δημιουργία του, συχνά τον αποκαλούμε ιδιοφυΐα ή αναρωτιόμαστε μήπως υπάρχει κάτι στο καλλιτεχνικό του έργο, που εμείς δεν κατανοούμε (βλέπε Demna).
Όταν το κάνει μια γυναίκα, λέμε ότι «πουλάει καλά».
Υπάρχει μια παλιά, βαθιά ριζωμένη πολιτισμική αντίληψη:
ο άνδρας είναι ο καλλιτέχνης, ο οραματιστής, ο δημιουργός.
Η γυναίκα είναι η πρακτική.
Στη φαντασία της κοινωνίας, ο άνδρας σχεδιαστής δημιουργεί «φορέσιμη τέχνη».
Η γυναίκα σχεδιάστρια δημιουργεί «ρούχα που φοριούνται».
Η διαφορά ακούγεται μικρή.
Στην πραγματικότητα όμως είναι τεράστια.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη πολιτισμική παράμετρος.
Στις σπουδές της αισθητικής και του κινηματογράφου υπάρχει η έννοια του, Male gaze, που διατυπώθηκε από τη θεωρητικό κινηματογράφου, Laura Mulvey.
Η έννοια αυτή περιγράφει κάτι απλό αλλά ισχυρό: ότι για αιώνες η εικόνα της γυναίκας κατασκευαζόταν μέσα από το βλέμμα του άνδρα.
Η γυναίκα παρουσιαζόταν έτσι ώστε να είναι αρεστή στον άνδρα.
Αν μεταφέρουμε αυτή τη σκέψη στη μόδα, προκύπτει μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση της ιστορίας της ένδυσης.
Για μεγάλο μέρος των τελευταίων αιώνων, η εμφάνιση μιας γυναίκας αποτελούσε κοινωνικό μήνυμα: για την οικονομική δύναμη του πατέρα, για το κοινωνικό στάτους του συζύγου, για την αποδοχή της μέσα στην κοινωνία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα ρούχο σχεδιασμένο από έναν άνδρα λειτουργούσε συχνά , συνειδητά ή ασυνείδητα, ως μια μορφή εγγύησης ότι η γυναίκα θα είναι αρεστή στο ανδρικό βλέμμα.
Δεν είναι κατηγορία προς τους άνδρες σχεδιαστές. Είναι περισσότερο αντανάκλαση της κοινωνίας μέσα στην οποία δημιουργούσαν.
Παραδόξως, ένας από τους άνδρες σχεδιαστές που αμφισβήτησαν αυτή τη σχέση ήταν ο Yves Saint Laurent.
Το 1966 παρουσίασε το Le Smoking, το θρυλικό γυναικείο σμόκιν για τον οίκο Yves Saint Laurent.
Η ιδέα ήταν σχεδόν προκλητική για την εποχή: μια γυναίκα να φορέσει το κατεξοχήν σύμβολο ανδρικής εξουσίας.
Το σμόκιν δεν ήταν απλώς ρούχο. Ήταν δήλωση.
Η γυναίκα δεν ντυνόταν πλέον για να είναι ευχάριστη.
Ντυνόταν για να καταλάβει χώρο.
Και κάπως έτσι η μόδα άρχισε να μετακινείται από το «πώς φαίνεται η γυναίκα» στο «ποια είναι η γυναίκα».
Όταν μια γυναίκα σχεδιάζει για γυναίκες, εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση.
Όταν μια γυναίκα σχεδιάστρια δημιουργεί για γυναίκες, το κέντρο της προσοχής συχνά αλλάζει.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον:
«Πώς θα φαίνεται η γυναίκα;»
Αλλά:
«Πώς θα ζει μέσα σε αυτό το ρούχο;»
Η γυναίκα σχεδιάστρια γνωρίζει από μέσα: το σώμα, την κίνηση, την καθημερινότητα, την κοινωνική πίεση.
Και συχνά δημιουργεί ρούχα που απελευθερώνουν αντί να περιορίζουν.
Πολλές γυναίκες σχεδιάστριες δεν κατανόησαν απλώς τη ζωή των γυναικών , την άλλαξαν.
Η Mary Quant με τη μίνι φούστα δημιούργησε ένα σύμβολο γυναικείας ανεξαρτησίας.
Η Diane von Furstenberg σχεδίασε το wrap dress , ένα φόρεμα που επέτρεπε ελευθερία κίνησης σε μια εποχή όπου οι γυναίκες έμπαιναν δυναμικά στον επαγγελματικό χώρο.
Η Sonia Rykiel απελευθέρωσε τη μόδα από την αυστηρότητα της υψηλής ραπτικής.
Η Vivienne Westwood μετέτρεψε τη μόδα σε πολιτικό σχόλιο.
Η Stella McCartney έφερε την ηθική και τη βιωσιμότητα στο επίκεντρο της σύγχρονης μόδας.
Η Phoebe Philo επαναπροσδιόρισε τη σύγχρονη γυναικεία κομψότητα στους οίκους Chloé και Celine.
Και η Maria Grazia Chiuri είναι η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε ποτέ το δημιουργικό τιμόνι του Dior.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο στη σύγχρονη μόδα είναι ότι οι γυναίκες σχεδιάστριες αλλάζουν την ίδια την έννοια του sexy.
Για δεκαετίες, το sexy στη μόδα συνδεόταν με το βλέμμα του άνδρα: υψηλά τακούνια, στενά φορέματα, έντονη θηλυκότητα.
Σήμερα όμως βλέπουμε μια διαφορετική προσέγγιση.
Στις συλλογές της Phoebe Philo ή της Stella McCartney το sexy δεν είναι απαραίτητα προκλητικό.
Είναι: αυτοπεποίθηση, άνεση, ελευθερία κινήσεων, προσωπικότητα.
Με άλλα λόγια, το sexy μετακινείται από το βλέμμα του άλλου στην αίσθηση του εαυτού.
Ίσως η λέξη εμπορικότητα να είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Στη μόδα, το να δημιουργήσεις κάτι που αγαπούν πολλές γυναίκες δεν είναι αποτυχία. Είναι κατόρθωμα.
Η μόδα είναι ταυτόχρονα: τέχνη, βιομηχανία, κοινωνικό φαινόμενο.
Η μίνι φούστα της Mary Quant ήταν εμπορική.
Και ταυτόχρονα επαναστατική.
Τελικά είμαστε πιο αυστηροί;
Ίσως το ερώτημα της Maria Papagregoriou να μην έχει εύκολη απάντηση.
Αλλά ανοίγει έναν ουσιαστικό προβληματισμό.
Για αιώνες, οι γυναίκες ήταν τα μοντέλα της μόδας.
Οι άνδρες ήταν συχνά οι δημιουργοί της.
Σήμερα η ισορροπία αλλάζει.
Και ίσως χρειαστεί λίγο ακόμη χρόνος μέχρι η κοινωνία να αποδεχθεί πλήρως κάτι απλό:
ότι μια γυναίκα σχεδιάστρια μπορεί να είναι ταυτόχρονα, καλλιτέχνιδα, δημιουργός και επιτυχημένη επιχειρηματίας.
Και ίσως τελικά η πραγματική ερώτηση να μην είναι αν οι γυναίκες σχεδιάστριες είναι εμπορικές.
Αλλά αν η ιστορία της μόδας είναι έτοιμη να δει τη δημιουργικότητα χωρίς το φίλτρο του βλέμματος που την καθόριζε για αιώνες.
X CivilA

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου