~Πριν το sustainable fashion γίνει τάση, οι γυναίκες της γειτονιάς το ζούσαν καθημερινά με προίκες, δαντέλες, μοδιστράδικα και ρούχα φτιαγμένα για να αντέχουν μια ζωή.
Σήμερα μιλάμε πολύ για sustainable fashion, για οικολογική κατανάλωση, για slow fashion, για κυκλική οικονομία της μόδας.
Ακαταλαβίστικα για πολλούς και είναι λογικό, θα εξηγήσω παρακάτω.
Και κάπου εκεί, μέσα σε όλες αυτές τις όμορφες αγγλικές λέξεις λοιπόν, σκέφτομαι κάτι απλό:
οι γιαγιάδες μας το έκαναν ήδη.
Δε χρειάζονταν συνέδρια, hashtags και παρουσιάσεις power point.
Απλώς το έκαναν γιατί αυτό ήταν το life style τους, η ζωή ήταν πιο αργή και πιο απλή.
Για πολλές γενιές γυναικών στην Ελλάδα, η προίκα δεν ήταν μόνο κοινωνικό έθιμο(εδώ βέβαια ανοίγει ένα τεράστιο κοινωνικό θέμα προς συζήτηση,αλλά το κρατάω για μια άλλη φορά και εστιάζω στην τέχνη.).
Ήταν και μια ολόκληρη αισθητική φιλοσοφία.
Σεντόνια κεντημένα στο χέρι. Τραπεζομάντηλα με δαντέλες. Πετσέτες που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Δεν επρόκειτο απλώς για οικιακά αντικείμενα.
Ήταν έργα λαϊκής τέχνης και αποτελούν μέρος της ελληνικής λαϊκής καλλιτεχνικής παράδοσης, της χειροτεχνίας που δημιουργήθηκε μέσα στα σπίτια, όχι στα ατελιέ των μεγάλων οίκων.
Κάθε βελονιά είχε χρόνο. Κάθε σχέδιο είχε μνήμη.
Και το σημαντικότερο, κανείς δεν τα έφτιαχνε για να χρησιμοποιηθούν μία σεζόν.
Στη γειτονιά μας στην Ξάνθη ,στον μαχαλά που λέγεται ακόμη Σαμακώβ, υπήρχε ένα μικρό σύμπαν καθημερινής πρακτικής μόδας.
Το μοδιστράδικο της θείας μου, της Ολυμπίας.
Αδελφή της γιαγιάς μου της Σοφίας.
Για μένα, παιδί τότε, ήταν κάτι σαν εργαστήριο μαγείας. Μια παλιά μηχανή Singer με το ποδαράκι να ανεβοκατεβαίνει ασταμάτητα. Υφάσματα. Κουβαράκια. Καρφίτσες και στο ένα μικρό κουζινάκι με καναπέ. Εκεί βέβαια συνέβαινε το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας. Οι γυναίκες της γειτονιάς έρχονταν για να ράψουν ένα φόρεμα, μια φούστα, ένα παλτό. Αλλά έμεναν για τον καφέ. Ήταν γυναίκες του μόχθου. Χριστιανές και μουσουλμάνες.
Η Ξάνθη ήταν πάντα πολυπολιτισμική και στο μικρό μοδιστράδικο της θείας Ολυμπίας αυτό φαινόταν καθαρά.
Τις ένωνε η μοδιστρική,ο καφές, η κουβέντα. Ήταν ο προσωπικός τους χρόνος.
Και χωρίς να το γνωρίζουν, δημιουργούσαν κάτι που σήμερα θα ονομάζαμε κοινωνική ιστορία της μόδας.
Η γιαγιά μου η Σοφία έραβε κι εκείνη.
Όχι επαγγελματικά, αλλά με μια αφοσίωση που μόνο οι γυναίκες εκείνης της γενιάς είχαν.
Κεντούσε πολύ και είχε μια φράση που επαναλάμβανε πάντα, "Τα καλά σου ρούχα να τα προσέχεις."
Αυτό μεταφραζόταν ως, "Να τα κρατάς καθαρά".
*Να τα φροντίζεις."
"Να τα σέβεσαι."
Θυμάμαι ακόμη τη μυρωδιά από το Meriton ,το υλικό που χρησιμοποιούσε για να κολλάρει τις δαντέλες. Είναι από εκείνες τις μυρωδιές που δεν ξεχνάς ποτέ. Γιατί μαζί της κουβαλάει και μια ολόκληρη εποχή.
Οι γυναίκες εκείνης της γενιάς δεν είχαν μεγάλη γκαρνταρόμπα. Αλλά είχαν κάτι άλλο, ρούχα που κρατούσαν χρόνια, τα διόρθωναν, τα μεταποιούσαν και πάνω από όλα τα πρόσεχαν.
Σήμερα θα το λέγαμε:
~slow fashion
~conscious consumption
~sustainable wardrobe
Εκείνες το έλεγαν απλώς νοικοκυροσύνη.
Μπορούμε να ενσωματώσουμε σήμερα αυτά τα κομμάτια; Το έχω αναρωτηθεί πολλές φορές βλέποντας τα έργα τέχνης της γιαγιάς μου, λυπάμαι να τα βλέπω να κάθονται.
Οι δαντέλες, τα κεντήματα και τα υφαντά της προίκας μπορούν να αποκτήσουν μια νέα ζωή.
Μερικές ιδέες που μου ήρθαν στο μυαλό, μια δαντέλα προίκας μπορεί να γίνει γιακάς σε ένα πουκάμισο ή ένα παλιό κεντημένο τραπεζομάντηλο μπορεί να μετατραπεί σε καλοκαιρινό φόρεμα και ένα υφαντό μπορεί να γίνει τσάντα ή ζώνη.
Αυτό δεν είναι απλώς ανακύκλωση.
Είναι συνέχιση της ιστορίας.
Ίσως τελικά η πιο οικολογική ντουλάπα να μην είναι γεμάτη αλλά σίγουρα είναι επιλεγμένη.
Λιγότερα ρούχα, καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερη διάρκεια.
Ρούχα που μας συνοδεύουν για χρόνια.
Ρούχα που έχουν μνήμη.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτά, ίσως μια δαντέλα από τη γιαγιά Σοφία.
Για να θυμόμαστε ότι η μόδα δεν είναι μόνο τάσεις.
Είναι και κληρονομιά και συναίσθημα και μνήμη.
Τι θα έλεγαν σήμερα οι γιαγιάδες μας για τη fast fashion άραγε;
Αν μπορούσαμε να βάλουμε για λίγο τη γιαγιά Σοφία και τη θεία Ολυμπία μέσα σε ένα σύγχρονο εμπορικό κέντρο, νομίζω ότι θα συνέβαιναν δύο πράγματα.
Πρώτα θα θαύμαζαν την ποικιλία, ρα χρώματα, την αφθονία. Και μετά θα έπιαναν ένα ρούχο στο χέρι, θα το γύριζαν από μέσα προς τα έξω, θα κοιτούσαν τις ραφές , όπως κάνουν πάντα οι γυναίκες που ξέρουν από ρούχα , και θα έλεγαν κάτι πολύ απλό:
«Και αυτό πόσο θα το φορέσεις; Θα κρατήσει;»
Για εκείνες, το ρούχο δεν ήταν στιγμιαία κατανάλωση, ήταν αντικείμενο που έπρεπε να αντέχει τον χρόνο.
Αυτές οι γυναίκες ήξεραν να διαβάζουν το ύφασμα, να κοιτούν τη ραφή, να καταλαβαίνουν την ποιότητα.
Και κυρίως ήξεραν κάτι που ίσως σήμερα έχουμε ξεχάσει λίγο, πώς τα ρούχα δεν είναι απλώς πράγματα που αγοράζουμε, είναι πράγματα που μας συνοδεύουν μιας και μέσα σε αυτά ζούμε τη ζωή μας.
Ίσως λοιπόν αν μπορούσαν να μας δώσουν μια συμβουλή σήμερα, να μην ήταν περίπλοκη.
Ίσως να έλεγαν απλώς, "Πάρε κάτι καλο, να κρατήσει.
Και κάπου εκεί, χωρίς να το ξέρουν, θα μας είχαν δώσει το πιο σύγχρονο μάθημα μόδας.
Το μάθημα της αργής, προσεκτικής και ουσιαστικής κατανάλωσης , το μάθημα της επιλεγμένης γκαρνταρόμπας.
X CivilA

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου